Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γλωσσίδι τα γλωσσίδια
      γενική του γλωσσιδιού των γλωσσιδιών
    αιτιατική το γλωσσίδι τα γλωσσίδια
     κλητική γλωσσίδι γλωσσίδια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλωσσίδι < γλώσσα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɣlɔ.ˈsi.ði/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γλωσσίδι ουδέτερο

  1. (γενικότερα) οποιοδήποτε αντικείμενο το οποίο έχει σχήμα γλώσσας
  2. (ειδικότερα) το μεταλλικό στέλεχος σε μια κλειδαριά, το οποίο, καθώς αλλάζει θέση, κλειδώνει ή ξεκλειδώνει
  3. (ειδικότερα) το, συνήθως πεπλατυσμένο, στέλεχος μουσικού οργάνου, το οποίο, καθώς ταλαντεύεται, παράγει ήχους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία