Δείτε επίσης: γλώσσα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική γλῶσσ αἱ γλῶσσαι
      γενική τῆς γλώσσης τῶν γλωσσῶν
      δοτική τῇ γλώσσ ταῖς γλώσσαις
    αιτιατική τὴν γλῶσσᾰν τὰς γλώσσᾱς
     κλητική ! γλῶσσ γλῶσσαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γλώσσ
γεν-δοτ τοῖν  γλώσσαιν
1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'γλῶσσα' όπως «γλῶσσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
γλῶσσα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *glōgʰs

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

γλῶσσα θηλυκό

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία
 ετυμολογικό πεδίο 
γλωσσ- 

ενδεικτικά