Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
anche anches

anche (fr) θηλυκό

  1. (μουσική) η γλωττίδα ενός μουσικού οργάνου

Ομώνυμα / Ομόηχα=Επεξεργασία



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

anche (it)

  1. επίσης

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία