παραθετικά
θετικός pure
συγκριτικός purer / more pure
υπερθετικός purest / most pure

  Επίθετο

επεξεργασία

pure (en)

  1. (συνήθως πριν από το ουσιαστικό) καθαρός, που δεν ανακατεύεται με τίποτα άλλο· χωρίς τίποτα να προστεθεί
    pure gold - καθαρός χρυσός
  2. καθαρός, που δεν περιέχει επιζήμιες ουσίες
    pure air - καθαρός αέρας
    pure water - καθαρό νερό
     συνώνυμα: clean
  3. (μόνο πριν από το ουσιαστικό) καθαρός και τέλειος
    a pure waste of time - καθαρή σπατάλη χρόνου
    out of pure malice - από καθαρή κακία
    This is the pure truth.
    Αυτή είναι η καθαρή αλήθεια.
    What he did is pure stupidity/craziness/fraud.
    Αυτό που έκανε είναι καθαρή βλακεία/τρέλα/απάτη.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη total
  4. καθαρός, πολυ σαφές χωρίς καμία ατέλεια
    She has a pure voice.
    Έχει καθαρή φωνή.
     συνώνυμα: clear
  5. καθαρός, αγνός, άμεμπτος ως προς την ηθική
    pure thoughts - καθαρές/αγνές σκέψεις
    pure intentions - αγνές προθέσεις
    pure love/friendship - αγνή αγάπη/φιλία
    pure excitement - αγνός ενθουσιασμός
    pure in the body and mind - καθαρός στο σώμα και στο πνεύμα
    Blessed are the pure at heart.
    Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία.
     αντώνυμα: impure
  6. (μόνο πριν από το ουσιαστικό) καθαρός, που δεν αποσκοπεί σε πρακτικές εφαρμογές
    It’s pure research/theory.
    Είναι καθαρή έρευνα/θεωρία.
    pure mathematics - καθαρά μαθηματικά

Εκφράσεις

επεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροι

επεξεργασία



  Ετυμολογία

επεξεργασία
pure < puro

  Επίρρημα

επεξεργασία

pure (it)

Συνώνυμα

επεξεργασία