↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πεπλατυσμένος η πεπλατυσμένη το πεπλατυσμένο
      γενική του πεπλατυσμένου της πεπλατυσμένης του πεπλατυσμένου
    αιτιατική τον πεπλατυσμένο την πεπλατυσμένη το πεπλατυσμένο
     κλητική πεπλατυσμένε πεπλατυσμένη πεπλατυσμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πεπλατυσμένοι οι πεπλατυσμένες τα πεπλατυσμένα
      γενική των πεπλατυσμένων των πεπλατυσμένων των πεπλατυσμένων
    αιτιατική τους πεπλατυσμένους τις πεπλατυσμένες τα πεπλατυσμένα
     κλητική πεπλατυσμένοι πεπλατυσμένες πεπλατυσμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
πεπλατυσμένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πεπλατυσμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου με αναδιπλασιασμό του ρήματος πλατύνω με αναδιπλασιασμό & μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική aplati [1]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /pe.pla.tiˈzme.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πε‐πλα‐τυ‐σμέ‐νος

πεπλατυσμένος, -η, -ο και πλατυσμένος

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία



γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική πεπλατυσμένος πεπλατυσμένη τὸ πεπλατυσμένον
      γενική τοῦ πεπλατυσμένου τῆς πεπλατυσμένης τοῦ πεπλατυσμένου
      δοτική τῷ πεπλατυσμέν τῇ πεπλατυσμέν τῷ πεπλατυσμέν
    αιτιατική τὸν πεπλατυσμένον τὴν πεπλατυσμένην τὸ πεπλατυσμένον
     κλητική ! πεπλατυσμένε πεπλατυσμένη πεπλατυσμένον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ πεπλατυσμένοι αἱ πεπλατυσμέναι τὰ πεπλατυσμέν
      γενική τῶν πεπλατυσμένων τῶν πεπλατυσμένων τῶν πεπλατυσμένων
      δοτική τοῖς πεπλατυσμένοις ταῖς πεπλατυσμέναις τοῖς πεπλατυσμένοις
    αιτιατική τοὺς πεπλατυσμένους τὰς πεπλατυσμένᾱς τὰ πεπλατυσμέν
     κλητική ! πεπλατυσμένοι πεπλατυσμέναι πεπλατυσμέν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ πεπλατυσμένω τὼ πεπλατυσμέν τὼ πεπλατυσμένω
      γεν-δοτ τοῖν πεπλατυσμένοιν τοῖν πεπλατυσμέναιν τοῖν πεπλατυσμένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λελυμένος' όπως «λελυμένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

πεπλατυσμένος, -η, -ον