Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πεπλατυσμένος η πεπλατυσμένη το πεπλατυσμένο
      γενική του πεπλατυσμένου της πεπλατυσμένης του πεπλατυσμένου
    αιτιατική τον πεπλατυσμένο την πεπλατυσμένη το πεπλατυσμένο
     κλητική πεπλατυσμένε πεπλατυσμένη πεπλατυσμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πεπλατυσμένοι οι πεπλατυσμένες τα πεπλατυσμένα
      γενική των πεπλατυσμένων των πεπλατυσμένων των πεπλατυσμένων
    αιτιατική τους πεπλατυσμένους τις πεπλατυσμένες τα πεπλατυσμένα
     κλητική πεπλατυσμένοι πεπλατυσμένες πεπλατυσμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεπλατυσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πλαταίνω και πλατύνω με αναδιπλασιασμό (από τους τύπους πεπλάτυμαι και πεπλάτυσμαι που δεν χρησιμοποιούνται στη νεοελληνική)

  ΜετοχήΕπεξεργασία

πεπλατυσμένος, -η, -ο και πλατυσμένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία