Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολύγλωσσος < πολύς + γλώσσα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολύγλωσσος, -η, -ο

  1. που μιλάει πολλές ξένες γλώσσες
  2. που παρουσιάζει ένα κείμενο σε πολλές ξένες γλώσσες
    πολύγλωσσο λεξικό


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία