Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εθνότητα οι εθνότητες
      γενική της εθνότητας των εθνοτήτων
    αιτιατική την εθνότητα τις εθνότητες
     κλητική εθνότητα εθνότητες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εθνότητα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εθνότητα θηλυκό

  1. πληθυσμική ομάδα με κοινές πολιτισμικές ρίζες, συνήθως μικρότερη ομάδα απ' το έθνος/εθνικότητα και με λιγότερη ιεραρχικά νομική ισχύ κυρίως γιατί περισσότερες εθνικότητες ταυτίζονται με κράτος σε σχέση με τις εθνότητες που συνήθως ταυτίζονται με υπο-ομάδες μέσα σε ένα κράτος, φυσικά αυτή η ερμηνεία δεν είναι απόλυτη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία