Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ευαίσθητων

  1. ευαίσθητος, στη γενική του πληθυντικού
  2. ευαίσθητη, στη γενική του πληθυντικού
  3. ευαίσθητο, στη γενική του πληθυντικού