Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ευαισθητοποίηση οι ευαισθητοποιήσεις
      γενική της ευαισθητοποίησης
ευαισθητοποιήσεως*
των ευαισθητοποιήσεων
    αιτιατική την ευαισθητοποίηση τις ευαισθητοποιήσεις
     κλητική ευαισθητοποίηση ευαισθητοποιήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευαισθητοποίηση < (ευαισθητοποιώ) ευαισθητοποί- + -ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ευαισθητοποίηση θηλυκό

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευαισθητοποιώ
  2. (ειδικότερα, στη βιολογία) διεργασία κατά τη διαδικασία της μάθησης όπου ένα ερέθισμα ευαισθητοποιεί τον οργανισμό
    ※  η επαναλαμβανόμενη έκθεση του οργανισμού σε ένα επώδυνο ερέθισμα έχει ως αποτέλεσμα την ταχύτερη αντίδραση, ευαισθητοποίηση. (κεφάλαιο 9, Βιολογία. Α΄Λυκείου)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία