Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ραδιοευαισθησία οι ραδιοευαισθησίες
      γενική της ραδιοευαισθησίας των ραδιοευαισθησιών
    αιτιατική τη ραδιοευαισθησία τις ραδιοευαισθησίες
     κλητική ραδιοευαισθησία ραδιοευαισθησίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ραδιοευαισθησία < ραδιο- + ευαισθησία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική radiosensibilité[1] [2])

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ραδιοευαισθησία θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. , λήμμα: ραδιοευαισθησία
  2. «ραδιοευαισθησία» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.