Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κρίνος οι κρίνοι
      γενική του κρίνου των κρίνων
    αιτιατική τον κρίνο τους κρίνους
     κλητική κρίνε κρίνοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρίνος < μεσαιωνική ελληνική κρίνος < αρχαία ελληνική κρίνον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkɾi.nos/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρίνος αρσενικό

  1. (βοτανική) ποώδες διακοσμητικό φυτό του γένους Lilium, με κατάλευκα και μυρωδάτα άνθη
  2. (βοτανική) το άνθος του φυτού αυτού
     συνώνυμα: κρινολούλουδο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία