Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -ούδι τα -ούδια
      γενική του -ουδιού των -ουδιών
    αιτιατική το -ούδι τα -ούδια
     κλητική -ούδι -ούδια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. -ούδι < μεσαιωνική ελληνική -ούδιν < ελληνιστική κοινή -ούδιον < αρχαία ελληνική υποκοριστικό επίθημα -διον[1]
  2. -ούδι < -ούδα +

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈu.ði/

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ούδι

  1. υποκοριστικό επίθημα ουδέτερων μετουσιαστικών ουσιαστικών
    άγγελος > αγγελούδι, μυαλό > μυαλούδι > μυαλουδάκι
  2. υποκοριστικό επίθημα ουδέτερων μεταρηματικών ουσιαστικών
    βλογώ > βλογούδι, πελεκώ > πελεκούδι

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία