Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
άνθη μιας τριανταφυλλιάς
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τριανταφυλλιά τριανταφυλλιές
γενική τριανταφυλλιάς τριανταφυλλιών
αιτιατική τριανταφυλλιά τριανταφυλλιές
κλητική τριανταφυλλιά τριανταφυλλιές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριανταφυλλιά < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τριανταφυλλιά θηλυκό

(βοτανική) φυλλοβόλος καλλωπιστικός θάμνος ή αναρριχώμενο φυτό του γένους Rosa με αγκάθια, ελλειψοειδή οδοντωτά φύλλα και εύοσμα μεγάλα άνθη σε διάφορα χρώματα όπως άσπρο, ροζ, κόκκινο ή κίτρινο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία