Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τριανταφυλλής η τριανταφυλλιά το τριανταφυλλί
      γενική του τριανταφυλλή
τριανταφυλλιού
της τριανταφυλλιάς του τριανταφυλλιού
(τριανταφυλλί)
    αιτιατική τον τριανταφυλλή την τριανταφυλλιά το τριανταφυλλί
     κλητική τριανταφυλλή τριανταφυλλιά τριανταφυλλί
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τριανταφυλλιοί οι τριανταφυλλιές τα τριανταφυλλιά
      γενική των τριανταφυλλιών των τριανταφυλλιών των τριανταφυλλιών
    αιτιατική τους τριανταφυλλιούς τις τριανταφυλλιές τα τριανταφυλλιά
     κλητική τριανταφυλλιοί τριανταφυλλιές τριανταφυλλιά
Και άκλιτο για όλα τα γένη, τριανταφυλλί.
Κατηγορία όπως «σταχτής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριανταφυλλής < τριαντάφυλλ(ο) + -ής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τριανταφυλλής, -ιά, -ί και άκλιτο τριανταφυλλί

  • που έχει το χρώμα του τριαντάφυλλου
    ※  Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα,
    με τα σγουρά φτεράκια του στον ήλιο πεταρίζει,

    Κι αν το τηράξεις μια φορά θα σου χαμογελάσει
    κι αν το τηράξεις δυο και τρεις θ’ αρχίσεις το τραγούδι.
    Γιάννης Ρίτσος, «Το κυκλάμινο». Συλλογή Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1968-1970) στο Ποιήματα. 1963-1972, τ. Ι΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 158] στο ebooks-Ανθολόγιο Δημοτικού

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη τριαντάφυλλο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία