Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

rosa 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

rosa (de)



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

rosa (it)



Λατινικά (la) Επεξεργασία

 
rosa alba (ένα άσπρο τριαντάφυλλο)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

rosa < αρχαία ελληνική ῥόδον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

rosa (la) θηλυκό

ΚλίσηΕπεξεργασία

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική rosa rosae
γενική rosae rosārum
δοτική rosae rosīs
αιτιατική rosam rosās
κλητική rosa rosae
αφαιρετική rosā rosīs
(α' κλίση)



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

rosa (pt)



Σαρδηνιακά (sc)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

rosa

  1. (βοτανική) το τριαντάφυλλο