Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γυρεύω < μεσαιωνική ελληνική < ελληνιστική κοινή γυρεύω (τρέχω σε κύκλο) < γυρός (στρογγυλός)

  ΡήμαΕπεξεργασία

γυρεύω

  1. ζητώ
    Καιγώ, καἰγὼ τὸ σίδηρον // γυρεύω (Α. Κάλβος, Εις δόξαν, ΙΕ)
    τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;
    σου γύρεψα ένα ποτήρι νερό και δε μου το 'δωσες
    θα πάω να τη γυρέψω απ' τους δικούς της
  2. ψάχνω
    -Τι γυρεύεις; - Έχω χάσει τα γυαλιά μου. Τα είδες πουθενά;


ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • πάω γυρεύοντας: φαίνεται από τον τρόπο μου σαν να επιθυμώ να πάθω κάτι αρνητικό
  • τρέχα γύρευε (και Νικολό καρτέρει): δηλώνει ότι δεν μπορούμε να βρούμε άκρη ή ότι θεωρούμε το θέμα άλυτο και δεν θα ασχοληθούμε με αυτό

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία