Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

thing (en)

  1. πράγμα
  2. (στον πληθυντικό) τα πράγματα που ανήκουν σε κάποιον
  3. πρόβλημα, δίλημμα

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία