Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πράμα τα πράματα
      γενική του πράματος των πραμάτων
    αιτιατική το πράμα τα πράματα
     κλητική πράμα πράματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πράμα < → δείτε τη λέξη πράγμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πράμα ουδέτερο

  1. άλλη μορφή του πράγμα
  2. (κρητικά) τίποτα
  3. (οικείο) γεννητικά όργανα (κυρίως γυναικείο)
  4. (οικείο) γεγονότα, δουλειές
  5. (αργκό) ναρκωτικά

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • για να δώσουμε έμφαση στην ηλικία ή και το φύλο:

παιδί/κορίτσι πράμα

  • για να δώσουμε έμφαση γενικά:

Πήρε ένα αμάξι, άλλο πράμα...

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • στην κρητική διάλεκτο χρησιμοποιείται μόνο στην έκφραση "κατέ'ω πράμα" και μόνο στην ονομαστική του ενικού. Προέρχεται δε από την μετάφραση της τουρκικής λέξης şey που σημαίνει πράγμα και χρησιμοποιείται με την ίδια ακριβώς σημασία.
  • μόνο στον πληθυντικό όταν εννοούμε δουλειές ή γεγονότα:

λίγα πράματα ακόμα & τελειώνω

έγιναν πράματα & θάματα (θαύματα)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία