Δείτε επίσης: πρᾶσις

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πρᾶξις πράξει πράξεις
Γενική πράξεως πραξέοιν πράξεων
Δοτική πράξει πραξέοιν πράξεσι(ν)
Αιτιατική πρᾶξιν πράξει πράξεις
Κλητική πρᾶξι πράξει πράξεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρᾶξις < πράττω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρᾶξις θηλυκό

  1. η εμπορική δραστηριότητα
  2. το θετικό αποτέλεσμα μιας ενέργειας
  3. ενέργεια, πράξη, η ενέργεια του πράττω
  4. η σεξουαλική πράξη, η συνουσία
  5. η εκδίκηση