Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παραμόρφωση οι παραμορφώσεις
      γενική της παραμόρφωσης
& παραμορφώσεως
των παραμορφώσεων
    αιτιατική την παραμόρφωση τις παραμορφώσεις
     κλητική παραμόρφωση παραμορφώσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραμόρφωση < παραμορφώνω + -ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παραμόρφωση θηλυκό

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραμορφώνω
  2. (μουσική) εφέ κιθάρας ή πετάλι που κάνει τον ήχο τραχύ (υπάρχουν και κιθαροπετάλια άλλης διαμόρφωσης)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία