Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραμορφώνω (1-3) < ελληνιστική κοινή παραμορφόω / παραμορφῶ < παρά + μορφόω / μορφῶ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική déformer)
παραμορφώνω (4) < παρα- + μορφώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

παραμορφώνω (παθητική φωνή: παραμορφώνομαι)

  1. αλλάζω τη μορφή ενός έμβιου όντος ή πράγματος (προς το χειρότερο), το διαφοροποιώ από την αρχική του κατάσταση
  2. ασχημαίνω, κάνω κάτι αποκρουστικό ή δύσμορφο
  3. (μεταφορικά) διαστρεβλώνω, παραποιώ
  4. (ειρωνικό) μορφώνω σε υπερβολικό βαθμό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία