Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
caneton canetons

caneton (fr) αρσενικό

  1. το μικρό της πάπιας, πιο νεαρό από το canardeau

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη: canard