Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κορόιδο τα κορόιδα
      γενική του κορόιδου των κορόιδων
    αιτιατική το κορόιδο τα κορόιδα
     κλητική κορόιδο κορόιδα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κορόιδο < (πιθανώς) μεσαιωνική ελληνική *κουρόγιδο < κουρά + γίδι[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κορόιδο ουδέτερο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. Έτσι ονομάζονταν σκωπτικά στον Βυζαντινό στρατό ορισμένοι νεοσύλλεκτοι στρατιώτες, επειδή κουρεύονταν με το ψαλίδι κουράς γιδιών (Κ. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμ. Β', σελ. μ', υποσημ. 2). Παράβαλε με σύγχρονες σκωπτικές εκφράσεις για τους νεοσύλλεκτους.