Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παπί τα παπιά
      γενική του παπιού των παπιών
    αιτιατική το παπί τα παπιά
     κλητική παπί παπιά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παπί < υποκοριστικό του πάπια
 
παπί (2)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παπί ουδέτερο

  1. η μικρή πάπια
  2. μικρή μοτοσικλέτα με μηχανή 50 έως 125 κυβικών και ποδιά

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία