Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο νηκτικός η νηκτική το νηκτικό
      γενική του νηκτικού της νηκτικής του νηκτικού
    αιτιατική τον νηκτικό τη νηκτική το νηκτικό
     κλητική νηκτικέ νηκτική νηκτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι νηκτικοί οι νηκτικές τα νηκτικά
      γενική των νηκτικών των νηκτικών των νηκτικών
    αιτιατική τους νηκτικούς τις νηκτικές τα νηκτικά
     κλητική νηκτικοί νηκτικές νηκτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νηκτικός < (ελληνιστική κοινήνηκτικός < αρχαία ελληνική νηκτός < νήχω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

νηκτικός, -ή, -ό

  1. που μπορεί να κολυμπά
  2. που είναι χρήσιμος στην κολύμβηση
  3. (ουσιαστικοποιημένο) ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό νηκτικά: (ζωολογία) υδρόβια πουλιά (πάπια, χήνα κ.λπ.)

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία