Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδρόβιος < υδρο- (< ύδωρ) + -βιος ( < βίος)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /iˈðɾo.vi.os/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υδρόβιος -α/-ος -ο

τα ψάρια και οι άλλοι υδρόβιοι οργανισμοί

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία