Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξυρίζω < ελληνιστική < αρχαία ελληνική ξυρόν

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ksi.ˈɾi.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξυρίζω

  1. κόβω με ξυράφι τις τρίχες από διάφορα σημεία του σώματος
    Γενικά είμαι κάπως αργός στο μυαλό. Ήξερα ότι την Κυβέρνησή μας την λένε ΞΥΡΙΖΑ-ΑΝΑL, αλλά όντας αγαθός νεανίας, δεν κατανοούσα τι σήμανε δαύτο. Όταν άρχισα να τσούζω όμως, αστραπιαία έπιασα το νόημα!
  2. περνάω ξυστά
  3. (μεταφορικά) φυσώ με πολλή ένταση ψυχρό άνεμο που τρυπάει το σώμα· λέγεται για αέρα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • στο τέλος ξυρίζουν το γαμπρό: δεν πρέπει να βιάζεται κάποιος να εξάγει συμπεράσματα για την έκβαση μιας κατάστασης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία