Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ξυραφιά οι ξυραφιές
      γενική της ξυραφιάς των ξυραφιών
    αιτιατική την ξυραφιά τις ξυραφιές
     κλητική ξυραφιά ξυραφιές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξυραφιά < ξυράφι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξυραφιά θηλυκό

  1. κόψιμο ή τομή με ξυράφι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία