Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αυξημένος αυξημένη αυξημένο
γενική αυξημένου αυξημένης αυξημένου
αιτιατική αυξημένο αυξημένη αυξημένο
κλητική αυξημένε αυξημένη αυξημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυξημένοι αυξημένες αυξημένα
γενική αυξημένων αυξημένων αυξημένων
αιτιατική αυξημένους αυξημένες αυξημένα
κλητική αυξημένοι αυξημένες αυξημένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυξημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αυξάνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /af.ksiˈmɛ.nɔs/

  ΜετοχήΕπεξεργασία

αυξημένος και ηυξημένος

  • που έχει αυξηθεί σε σχέση με το παρελθόν ή είναι μεγαλύτερος από το αναμενόμενο
    αυξημένα ποσοστά υγρασίας παρατηρούνται τις τελευταίες μέρες

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία