Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελαττώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ελαττώνω < αρχαία ελληνική ἐλαττόομαι-ἐλαττοῦμαι < ἐλάττων

  ΡήμαΕπεξεργασία

ελαττώνομαι, π.αόρ.: ελαττώθηκα, μτχ.π.π.: ελαττωμένος, (ενεργ.: ελαττώνω)