Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εγκατάλειψη οι εγκαταλείψεις
      γενική της εγκατάλειψης
& εγκαταλείψεως
των εγκαταλείψεων
    αιτιατική την εγκατάλειψη τις εγκαταλείψεις
     κλητική εγκατάλειψη εγκαταλείψεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγκατάλειψη < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛŋ.ɡaˈta.li.psi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εγκατάλειψη θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εγκαταλείπω
    η εγκατάλειψή του από τη μητέρα του τον σημάδεψε βαθιά
    καταδικάστηκε σε φυλάκιση για εγκατάλειψη θύματος τροχαίου
    αντίκρισαν στο έρημο σπίτι μια εικόνα πλήρους εγκατάλειψης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία