Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πρόβατο τα πρόβατα
      γενική του προβάτου
& πρόβατου
των προβάτων
& πρόβατων
    αιτιατική το πρόβατο τα πρόβατα
     κλητική πρόβατο πρόβατα
Παράρτημα
 
πρόβατο με το χαρακτηριστικό τρίχωμά του

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόβατο < αρχαία ελληνική πρόβατον < προβαίνω < προ + βαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόβατο ουδέτερο (θηλυκό: προβατίνα)

  1. (ζωολογία) τετράποδο θηλαστικό οικόσιτο ζώο (επιστημονικό όνομα Ovis aries) που ζει σε κοπάδι· εκτρέφεται για το μαλλί του, καθώς και για το γάλα, από το οποίο φτιάχνεται τυρί, γιαούρτι κ.ά.
  2. (μεταφορικά) αφελής
  3. (μεταφορικά) ανόητος
  4. (μεταφορικά) άκακος

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία