Δείτε επίσης: ἀποσυνάγωγος

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποσυνάγωγος η αποσυνάγωγη το αποσυνάγωγο
      γενική του αποσυνάγωγου της αποσυνάγωγης του αποσυνάγωγου
    αιτιατική τον αποσυνάγωγο την αποσυνάγωγη το αποσυνάγωγο
     κλητική αποσυνάγωγε αποσυνάγωγη αποσυνάγωγο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποσυνάγωγοι οι αποσυνάγωγες τα αποσυνάγωγα
      γενική των αποσυνάγωγων των αποσυνάγωγων των αποσυνάγωγων
    αιτιατική τους αποσυνάγωγους τις αποσυνάγωγες τα αποσυνάγωγα
     κλητική αποσυνάγωγοι αποσυνάγωγες αποσυνάγωγα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποσυνάγωγος < (ελληνιστική κοινήἀποσυνάγωγος < συναγωγή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αποσυνάγωγος, -η, -ο

  1. (θρησκεία) που έχει διωχθεί από την εβραϊκή συναγωγή λόγω κάποιου παραπτώματος
     συνώνυμα: χαραμάδος
  2. (κατʼ επέκταση) απόβλητος, αποδιωγμένος, απόκληρος, εξοστρακισμένος
  3. (κατʼ επέκταση) μονήρης, μονόχνωτος, αντικοινωνικός, μισάνθρωπος
    Έζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη, μοίρασε τη ζωή ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ένας έλληνας μποέμ. (*)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία