Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʃaːf/
Schaf 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Schaf (de)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Schaf die Schafer
γενική des Schafs
des Schafes
der Schafer
δοτική dem Schaf den Schafern
αιτιατική das Schaf die Schafer