↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κουρεμένος η κουρεμένη το κουρεμένο
      γενική του κουρεμένου της κουρεμένης του κουρεμένου
    αιτιατική τον κουρεμένο την κουρεμένη το κουρεμένο
     κλητική κουρεμένε κουρεμένη κουρεμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κουρεμένοι οι κουρεμένες τα κουρεμένα
      γενική των κουρεμένων των κουρεμένων των κουρεμένων
    αιτιατική τους κουρεμένους τις κουρεμένες τα κουρεμένα
     κλητική κουρεμένοι κουρεμένες κουρεμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κουρεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κουρεύω

κουρεμένος, -η, -ο

  1. που έχει κουρευτεί
    κουρεμένα πρόβατα

Εκφράσεις

επεξεργασία
  • πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος: γι' αυτόν που προσπάθησε να βγάλει κάποιο κέρδος ή άλλο όφελος, βγήκε όμως ζημιωμένος
  • κουρεμένο γίδι: λέγεται για κάποιον που τον κούρεψαν άσχημα

  Μεταφράσεις

επεξεργασία