Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κουρείο τα κουρεία
      γενική του κουρείου των κουρείων
    αιτιατική το κουρείο τα κουρεία
     κλητική κουρείο κουρεία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουρείο < αρχαία ελληνική κουρεῖον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κουρείο ουδέτερο

  • το κατάστημα του κουρέα, εκεί που πάει ένας άντρας για να κόψει τα μαλλιά του ή να ξυριστεί

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία