Δείτε επίσης: ίππος
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / ἵππος οἱ/αἱ ἵπποι
      γενική τοῦ/τῆς ἵππου τῶν ἵππων
      δοτική τῷ/τῇ ἵππ τοῖς/ταῖς ἵπποις
    αιτιατική τὸν/τὴν ἵππον τοὺς/τὰς ἵππους
     κλητική ! ἵππε ἵπποι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἵππω
γεν-δοτ τοῖν  ἵπποιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «ἵππος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἵππος < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *íkkʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁éḱwos < *h₁oh₁ḱu (ταχύς, ὠκύς)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ἵππος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (θηλαστικό ζώο) ο ίππος, το άλογο
  2. όργανο βασανιστηρίων
  3. (ιχθυολογία) είδος ψαριού
  4. (θηλυκό) το ιππικό
     συνώνυμα: ἱπποσύνη
    5ος πκε αιώνας   Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 5 (Τερψιχόρη), 63.4
    κείραντες τῶν Φαληρέων τὸ πεδίον καὶ ἱππάσιμον ποιήσαντες τοῦτον τὸν χῶρον ἐπῆκαν τῷ στρατοπέδῳ τὴν ἵππον·
    έκοψαν σύρριζα όλα τα δέντρα της πεδιάδας του Φαλήρου και την έκαναν βατή στο ιππικό, κι ύστερα έριξαν το ιππικό πάνω στο στρατόπεδο·
    Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr

Συγγενικά

επεξεργασία