Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἵππος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ίππος οι ίπποι
      γενική του ίππου των ίππων
    αιτιατική τον ίππο τους ίππους
     κλητική ίππε ίπποι
Παράρτημα
 
ίππος (όργανο γυμναστικής)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίππος < αρχαία ελληνική ἵππος < πρωτοελληνική *íkkʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁éḱwos < *h₁oh₁ḱu (ταχύς, ὠκύς)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ίππος αρσενικό

  1. (ζωολογία) (λόγιο) άλογο
  2. όργανο γυμναστικής με λαβές, για την εκτέλεση περιστροφών και άλλων γυμνασμάτων
  3. όργανο γυμναστικής χωρίς λαβές, για την εκτέλεση άλματος
  4. μονάδα μέτρησης ισχύος, ίση με 735,499 watt

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία