Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ίππους αρσενικό

  1. ίππος, στην αιτιατική του πληθυντικού