Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀκαρής τὸ ἀκαρές οἱ, αἱ ἀκαρεῖς τὰ ἀκαρ
Γενική τοῦ, τῆς ἀκαροῦς τοῦ ἀκαροῦς τῶν ἀκαρῶν τῶν ἀκαρῶν
Δοτική τῷ, τῇ ἀκαρεῖ τῷ ἀκαρεῖ τοῖς, ταῖς ἀκαρέσι(ν) τοῖς ἀκαρέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀκαρ τὸ ἀκαρές τοὺς, τὰς ἀκαρεῖς τὰ ἀκαρ
Κλητική ἀκαρές ἀκαρές ἀκαρεῖς ἀκαρ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀκαρεῖ
Γενική-Δοτική ἀκαροῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀκαρής < στερητικό ἀ- + < θέμα καρ- από τον αόριστο κάρην του κείρω (κόβω, κουρεύω}[1][2] + -ής.
Όμως ο Beekes[3] πιθανολογεί < ἀκαρί («ούτε καν» ένα άκαρι) [δηλαδή: μικρό, τόσο δα σαν μια ψείρα]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀκᾰρής αρσενικό ή θηλυκό, ἀκᾰρές ουδέτερο (συχνά σε εκφράσεις)

  1. κοντός, βραχύς, ελάχιστος
  2. {για μαλλιά) πολύ κοντά για να κοπούν
    ※ <ἀκαρής>· ἀντὶ τοῦ ἀκαριαίου. ἐνίοτε δὲ τὸ βραχύ, ὃ οὐδὲ κεῖραι ( Ἡσύχιος (5ος αιώνας κε), Γλῶσσαι, Α)
  3. (για χρονική στιγμή, ιδίως στο ουδέτερο) ακαριαίος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ἀκαρῆ (στην αιτιατική, επιρρηματικά)
    οὐκ ἀκαρῆ, οὐδ’ ἀκαρῆ: καθόλου, ούτε στο ελάχιστο

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Παραδοσιακή ετυμολόγηση βασισμένη στη γλώσσα του Ησύχιου (δείτε το παράθεμα)
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  3. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία