→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἀκαρής τὸ ἀκαρές
      γενική τοῦ/τῆς ἀκαροῦς τοῦ ἀκαροῦς
      δοτική τῷ/τῇ ἀκαρεῖ τῷ ἀκαρεῖ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀκαρ τὸ ἀκαρές
     κλητική ! ἀκαρές ἀκαρές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἀκαρεῖς τὰ ἀκαρ
      γενική τῶν ἀκαρῶν τῶν ἀκαρῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀκαρέσ(ν) τοῖς ἀκαρέσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀκαρεῖς τὰ ἀκαρ
     κλητική ! ἀκαρεῖς ἀκαρ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀκαρεῖ τὼ ἀκαρεῖ
      γεν-δοτ τοῖν ἀκαροῖν τοῖν ἀκαροῖν
3η κλίση, Κατηγορία 'συνεχής' όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἀκαρής < στερητικό ἀ- + < θέμα καρ- από τον αόριστο κάρην του κείρω (κόβω, κουρεύω}[1][2] + -ής.
Όμως ο Beekes[3] πιθανολογεί < ἀκαρί («ούτε καν» ένα άκαρι) [δηλαδή: μικρό, τόσο δα σαν μια ψείρα]

  Επίθετο

επεξεργασία

ἀκᾰρής αρσενικό ή θηλυκό, ἀκᾰρές ουδέτερο (συχνά σε εκφράσεις)

  1. κοντός, βραχύς, ελάχιστος
  2. (για μαλλιά) πολύ κοντά για να κοπούν
    ※  <ἀκαρής>· ἀντὶ τοῦ ἀκαριαίου. ἐνίοτε δὲ τὸ βραχύ, ὃ οὐδὲ κεῖραι ( Ἡσύχιος (5ος αιώνας κε), Γλῶσσαι, Α)
  3. (για χρονική στιγμή, ιδίως στο ουδέτερο) ακαριαίος

Εκφράσεις

επεξεργασία
  • ἀκαρῆ (στην αιτιατική, επιρρηματικά)
    οὐκ ἀκαρῆ, οὐδ’ ἀκαρῆ: καθόλου, ούτε στο ελάχιστο

Παράγωγα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Παραδοσιακή ετυμολόγηση βασισμένη στη γλώσσα του Ησύχιου (δείτε το παράθεμα)
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  3. Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.