Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κέρμα τα κέρματα
      γενική του κέρματος των κερμάτων
    αιτιατική το κέρμα τα κέρματα
     κλητική κέρμα κέρματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κέρμα < αρχαία ελληνική κέρμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κέρμα ουδέτερο

  1. μικρό κομμάτι
  2. μεταλλικό νόμισμα (συνήθως μικρής αξίας)
  3. (κατ' επέκταση) μικρό αντικείμενο που μοιάζει με μεταλλικό νόμισμα και έχει καθορισμένη αξία, συνήθως για τη χρήση αυτόματων μηχανισμών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κέρμα < κείρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κέρμα ουδέτερο