Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
orilla orillas

orilla (es)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • a la orilla de: στην άκρη του/της