Ετυμολογία 1

επεξεργασία
rando < → δείτε τη λέξη random• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  Επίθετο

επεξεργασία
παραθετικά
θετικός rando
συγκριτικός more rando
υπερθετικός most rando

rando (en) (προφορικό)

  1. τυχαίος και ασήμαντος
  2. κάποιος μέσα σε πλήθος που έκανε ή έπαθε κάτι
  3. αλλοπρόσαλλος



  Ετυμολογία

επεξεργασία
rando < γερμανική Rand (άκρη) + -o

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική rando randoj
αιτιατική randon randojn

rando (eo)

  1. η άκρη
  2. η όχθη