Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

serv- < ιταλική servire, γαλλική servir, αγγλική serv...

  ΡίζαΕπεξεργασία

serv- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: υπηρεσία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία