Γερμανικά (de)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Stelle (de) θηλυκό

ich kenne ein paar Stellen... - ξέρω μερικά μέρη...

ΕκφράσειςΕπεξεργασία