Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

ενικός πληθυντικός
sign signs

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sign (en)

  1. σημάδι
  2. ίχνος
  3. (μαθηματικά) πρόσημο
  4. (αστρολογία) ζώδιο
  5. νόημα, η γλωσσική μονάδα της νοηματικής γλώσσας
  6. (ιατρική) ένδειξη, σύμπτωμα που είναι απίθανο να το παρατηρήσει ο ασθενής

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

sign (en)

  1. υπογράφω, βάζω την υπογραφή μου
  2. υπογράφω αυτόγραφα