Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πληρότητα οι πληρότητες
      γενική της πληρότητας των πληροτήτων
    αιτιατική την πληρότητα τις πληρότητες
     κλητική πληρότητα πληρότητες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πληρότητα < ελληνιστική κοινή πληρότης < αρχαία ελληνική πλήρης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πληρότητα θηλυκό

  1. το να είναι κάποιος πλήρης / κάτι πλήρες, η ιδιότητα ή η κατάσταση του πλήρους
  2. (φιλοσοφία) το να αισθάνεται κάποιος καλυμμένος και πλήρης απ’ όλες τις απόψεις ή πλευρές, ιδίως εσωτερικά / ψυχικά
  3. το ποσοστό κάλυψης των διαθέσιμων επιλογών (π.χ. δωμάτια σε ξενοδοχεία)
    Το ευτύχημα είναι ότι φέτος μεγάλη εμφανίζεται η πληρότητα και για τον Σεπτέμβρη. Η μέση πληρότητα στα ξενοδοχεία για τον Σεπτέμβριο είναι της τάξης του 75%. (*)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία