Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

comprehensiveness (en)

  1. η αντιληπτικότητα
  2. πληρότητα, το πλήρες-ολοκληρωμένο εύρος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία