Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

δωμάτια ουδέτερο

  1. δωμάτιο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού