Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

impôt < λατινική impositum (που τίθεται επάνω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

impôt 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

impôt (fr) αρσενικό

  • φόρος
    L'impôt sur la fortune : φόρος επί των μεγάλων περιουσιών.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία